Τετάρτη, 9 Απριλίου 2008

Κοντά είναι η βροχή

Έπεσα να κοιμηθώ, μα το μυαλό έτρεχε με χίλια. Ούτε το ρολόι, ούτε ο χρόνος το έφτανε. Εκεί που ένα γλάρωμα μου έδωσε ελπίδα ότι κάτι πάει να γίνει, κι ότι θα κοιμηθώ τουλάχιστον δυο ωρίτσες μέχρι να χτυπήσει το ξυπνητήρι, ένα συνεχόμενο τακ τακ στην τέντα, ήταν το σύνθημα να σηκωθώ.
Ήταν η βροχή. "Τι το παιδεύεις με ρώτησε; Σήκω να μ' ακούσεις και να μου κάνεις παρέα. Κάτι έχω να σου πω".
Σηκώθηκα κι εγώ. Άνοιξα την πόρτα του μπαλκονιού, άνοιξα τον υπολογιστή, άναψα και τσιγαράκι και πήρα θέση.
"Άκου να σου πω" μου είπε η βροχή έντονα, ενώ δυνάμωσε απότομα και νόμιζα πως θα μου ξεσκίσει την ήδη παλιά τέντα. "Με τα Αν και Αν, δεν βγάζεις άκρη. Όλα για τους ανθρώπους είναι. Θα το περάσετε κι αυτό. Έτσι είναι η ζωή. Γεμάτη δοκιμασίες. Χτες τις είχε άλλος, σήμερα τις έχεις εσύ, αύριο θα τις έχει άλλος. Μη λυγίζεις. Αντέχεις ακόμα και σε πιο δύσκολα, γι' αυτό και σού ' ρχονται μαζεμένα..."
Καθόμουν και κοίταζα έξω, σα χαζή.
"Κοντά είναι η τρέλα", σκέφτηκα.
Η βροχή, σα να με κατάλαβε χαμήλωσε το ύφος της. Τώρα πέφτει γλυκά. Κάποιες σταλαμίδες που πέφτουν σε κάποιο αντικείμενο ακούγονται σαν το τικ τακ ενός ρολογιού ή τους φυσιολογικούς χτύπους μιας καρδιάς.
"Ηρέμησε!" την μετέφρασα. Πήγαινε να δεις τους φίλους σου, να πάρεις δύναμη και όλα θα πάνε καλά!"
5 και 31 η σιγανή μουρμούρα δεν ακούγεται πια. Μόνο εκείνη η σταλαμίδα. Τακ τακ. Χοντρό τακ. Σαν τη βρύση που δεν έκλεισε καλά και σου τραβάει την προσοχή και σου σπάει τα νεύρα.
Αυτή τι θέλει να πει, δεν την πιάνω. Παρόλο που φωνάζει.
5 και 36. Απ' την ανοιχτή πόρτα δεν έρχεται πια κανένας θόρυβος. Η βροχή σταμάτησε. Είπε αυτά που ήθελε να πει, κι έφυγε.
Κι εκείνη η σπαστική ξενόγλωσση σταλαμίδα σταμάτησε ν' ακούγεται. Δεν την κατάλαβα. Μ' άφησε με τόσες απορίες.